ξινίζω

Μεταφράσεις

ξινίζω

acidulate (ksi'nizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αλλοιώνομαι, χαλάω Το γάλα ξίνισε. Το κρασί ξίνισε.
2. μεταφορικά κάνω μορφασμό δυσαρέσκειας Ξίνισε μόλις μας είδε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close