ξοδεύω

Μεταφράσεις

ξοδεύω

ausgebenspendgastardépenserspendereрасходовать, тратитьيُنْفِقُutrácetbrugekuluttaatrošiti費やす돈을 쓰다vtforbrukespędzićgastarförbrukaใช้harcamaktiêu花钱 (kso'ðevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω χρήματα Ξοδεύω πολλά για ρούχα.
2. καταναλώνω Ξοδεύεις πολλή βενζίνη.
3. σπαταλάω ξοδεύω χρόνοενέργεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close