ξυλουργική

Μεταφράσεις

ξυλουργική

نِـجَارَةtesařstvítømrerarbejdeZimmerhandwerkcarpentrycarpinteríapuusepäntyömenuiserietesarijafalegnameria大工仕事목수일timmerwerksnekkerarbeidstolarstwocarpintariaплотничные работыsnickeriarbeteที่เกี่ยวกับช่างไม้marangozluknghề thợ mộc木工工作, 木工Дърводелски木工 (ksilurʝi'ci)
ουσιαστικό θηλυκό
η τέχνη του ξυλουργού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close