ξυπνάω

Μεταφράσεις

ξυπνάω

(ksi'pnao)

ξυπνώ

(ksi'pno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να βγει από την κατάσταση του ύπνου Ο θόρυβος με ξύπνησε.

ξυπνάω

wake up醒来醒來VaknaVågn opacordarHerätys
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βγαίνω από την κατάσταση του ύπνου Ξυπνάω νωρίς.
2. μεταφορικά αρχίζω να καταλαβαίνω Ξύπνα επιτέλους!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close