ξυπνώ κάποιον

Μεταφράσεις

ξυπνώ κάποιον

يُفَيقُ

ξυπνώ κάποιον

probudit (se)

ξυπνώ κάποιον

vække

ξυπνώ κάποιον

aufwecken

ξυπνώ κάποιον

awake, awaken

ξυπνώ κάποιον

despertar

ξυπνώ κάποιον

herätä

ξυπνώ κάποιον

réveiller

ξυπνώ κάποιον

buditi

ξυπνώ κάποιον

svegliarsi

ξυπνώ κάποιον

目が覚める

ξυπνώ κάποιον

잠에서 깨다

ξυπνώ κάποιον

wakker worden

ξυπνώ κάποιον

våkne

ξυπνώ κάποιον

obudzić się

ξυπνώ κάποιον

despertar

ξυπνώ κάποιον

будить

ξυπνώ κάποιον

vakna

ξυπνώ κάποιον

ปลุก ทำให้ตื่น

ξυπνώ κάποιον

uyanmak

ξυπνώ κάποιον

đánh thức

ξυπνώ κάποιον

唤醒
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close