ξυπόλυτος

Μεταφράσεις

ξυπόλυτος

(ksi'politos) αρσενικό

ξυπόλυτη

(ksi'politi) θηλυκό

ξυπόλυτο

barefootحافي القَدَمَيـْنnabosomed bare fødderbarfüßigdescalzopaljain jaloinpieds nusbosih nogua piedi nudi裸足で맨발로blootsvoetsbarbeintbosodescalçoбосикомbarfotaเท้าเปล่าçıplak ayaklađi chân không赤着脚 (ksi'polito) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε φοράει τίποτα στα πόδια του περπατάω ξυπόλυτος
2. μεταφορικά πάρα πολύ φτωχός Θα παντρευτείς αυτόν τον ξυπόλυτο;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close