ξύλινος

(προωθήθηκε από ξύλινο)
Μεταφράσεις

ξύλινος

('ksilinos) αρσενικό

ξύλινη

('ksilini) θηλυκό

ξύλινο

woodenخَشَبِيّdřevěnýtræ-hölzernde maderapuinenen boisdrvendi legno木製の나무로 된houtentre-drewnianyde madeiraдеревянныйav träที่ทำจากไม้ağaç/tahtalàm bằng gỗ木质的 ('ksilino) ουδέτερο
επίθετο
φτιαγμένος από ξύλο ξύλινο τραπέζι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close