ξύλο

Μεταφράσεις

ξύλο

wood, whackingboisخَشْبdřevotræWaldmaderametsädrvobosco材木목재houtskogdrewnomadeira, florestaдеревоskogไม้ahşapgỗ木材, עץ ('ksilo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η ύλη από τον κορμό δέντρων καίω ξύλα
2. δέρνω με δέρνουν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close