ξύρισμα

Μεταφράσεις

ξύρισμα

rasieren면도barberingrakningбръснене ('ksirizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
η διαδικασία όταν ξυρίζομαι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close