ο

Μεταφράσεις

ο

(o)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
όμικρον, το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου

ο

(o) αρσενικό

η

(i) θηλυκό

το

theo, leال...tendendereltajilそのdedenrodzajnik określony, nie tłumaczy się na język polskio/osэтотdenคำนำหน้านามชี้เฉพาะno translationđóна (to) ουδέτερο
άρθρο οριστικό (άρθρο) στις άλλες πτώσεις 'του, της, τον, οι, τα, των, τους, τις'
1. χρησιμοποιείται πριν από (κύρια) ονόματα και ονοματικές φράσεις Ήρθε ο Μάρκος. Δώσε μου το χέρι σου. Θέλω το πράσινο αυτοκίνητο.
2. σχηματίζει τον υπερθετικό βαθμό κπ επιθέτων Είδα το πιο ωραίο αγόρι που υπάρχει.
3. συμμετέχει στη δήλωση συχνότητας Φεύγω δυο φορές το χρόνο.
4. δίνει λειτουργία ουσιαστικού σε άλλα μέρη του λόγου Προτιμάω το πράσινο. ο διπλανός μου Το να ζεις είναι μεγάλο πράγμα. ο κάτω όροφος
5. δίνει γενικευτική αξία Ο άνθρωπος είναι περίεργο ον.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close