οδήγηση

Μεταφράσεις

οδήγηση

conduitedrivingالقيادةвождениеkörning운전fahren運転ajo驾驶駕駛kørselנהיגהcondução (o'ðiʝisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η ικανότητα να οδηγεί κν επικίνδυνη οδήγηση
Οδήγηση 
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close