οδηγώ

Μεταφράσεις

οδηγώ

(oði'ɣo)

οδηγάω

køredrive, guide, lead, lconducirconduirekjøreprowadzić, kierowaćводитьيَقُودُříditfahrenajaavozitiguidare運転する운전하다rijdenconduzir, dirigirköraขับsürmeklái xe驾驶 (oði'ɣao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω ένα όχημα να προχωράει οδηγώ αυτοκίνητο
2. δείχνω το δρόμο σε κπ Με οδήγησε στο διευθυντή.
3. επηρεάζω κπ να κάνει κτ οδηγώ κπ στα άκρα
4. βγάζω, φέρνω Ο δρόμος μάς οδηγεί σε αδιέξοδο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close