οικείος

Μεταφράσεις

οικείος

(i'cios) αρσενικό

οικεία

(i'cia) θηλυκό

οικείο

umgangssprachlich, bekannt, intimfamiliar, intimatefamilier, intimeحَمِيمٌ, مَأْلُوفdůvěrný, známýbekendt, intimfamiliar, íntimoläheinen, tuttuintiman, poznatfamiliare, intimoよく知られている, 親しい잘 알려져 있는, 친밀한bekend, intiemfortrolig, intimintymny, znajomyfamiliar, íntimoблизкий, знакомыйförtrolig, intimคุ้นเคย, สนิทbildik, yakınquen thuộc, thân mật亲密的, 熟悉的 (i'cio) ουδέτερο
επίθετο
γνώριμος οικεία φωνή οικείο περιβάλλον
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close