οικιστικός

Μεταφράσεις

οικιστικός

residential

οικιστικός

سَكَنيّ

οικιστικός

obytný

οικιστικός

beboelses-

οικιστικός

im Haus

οικιστικός

residencial

οικιστικός

asuin-

οικιστικός

résidentiel

οικιστικός

stambeni

οικιστικός

residenziale

οικιστικός

住宅地の

οικιστικός

거주의

οικιστικός

woon-

οικιστικός

bolig-

οικιστικός

mieszkaniowy

οικιστικός

residencial

οικιστικός

жилой

οικιστικός

bostads-

οικιστικός

เขตที่มีที่พักอาศัย

οικιστικός

meskun

οικιστικός

thuộc khu dân cư

οικιστικός

住宅的
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close