οικογενειακός

(προωθήθηκε από οικογενειακό)
Μεταφράσεις

οικογενειακός

(ikoʝenia'kos) αρσενικό

οικογενειακή

(ikoʝenia'ci) θηλυκό

οικογενειακό

familyfamiliafamilial, de familleFamilieperherodina家庭가족familiafamilierodzinaсемьяfamiglia家族семейство家庭familjfamíliaครอบครัวfamilie (ikoʝenia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με οικογένεια οικογενειακοί δεσμοί οικογενειακός φίλος
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close