οικονομία

Μεταφράσεις

οικονομία

economy, savingekonomiokansantalous, talouselämäéconomieالاِقْتِصَادekonomikaøkonomiWirtschafteconomíaekonomijaeconomia経済경제economieøkonomiekonomiaeconomiaэкономияekonomiเศรษฐกิจekonominền kinh tế经济הכלכלה經濟икономика (ikono'mia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η σχέση παραγωγής και κατανάλωσης των αγαθών η εθνική οικονομία
2. η τάση να περιορίζω τα έξοδά μου κάνω οικονομία σε κτ
τα χρήματα που έχω μαζέψει
3. μεταφορικά η τάση να μην σπαταλάω γενικότερα κάνω οικονομία χρόνουενέργειας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close