οικονομικός

(προωθήθηκε από οικονομικό)
Μεταφράσεις

οικονομικός

(ikonomi'kos) αρσενικό

οικονομική

(ikonomi'ci) θηλυκό

οικονομικό

economic, financialfinancaéconomique, financierاِقْتِصَاديّekonomickýøkonomiskwirtschaftlicheconómicotalous-ekonomskieconomico経済の경제학의economischøkonomiskekonomicznyeconómico, econômicoэкономическийekonomiskเกี่ยวกับเศรษฐกิจekonomithuộc về kinh tế经济学的, 经济經濟икономическиכלכלית (ikonomi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με την οικονομία oι οικονομικές επιστήμες οικονομική βοήθεια
2. σχετικός με την τάση να μην ξοδεύει κν οικονομική συσκευασία οικονομική συσκευή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close