ολέθριος

(προωθήθηκε από ολέθριο)
Μεταφράσεις

ολέθριος

(o'leθrios) αρσενικό

ολέθρια

(o'leθria) θηλυκό

ολέθριο

destruktivcatastrophic, destructive, baleful, perniciousdistruttivo有害有害 (o'leθrio) ουδέτερο
επίθετο
καταστροφικός ολέθριες επιπτώσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close