ολικός

Μεταφράσεις

ολικός

(oli'kos) αρσενικό

ολική

(oli'ci) θηλυκό

ολικό

globalfull, totaltotaltotaleTotalttotalinsgesamtyhteensätotaalвсего合計Celkem (oli'ko) ουδέτερο
επίθετο
που αφορά σε σύνολο ολική νάρκωση η ολική έκλειψη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close