ολοήμερος

(προωθήθηκε από ολοήμερο)
Μεταφράσεις

ολοήμερος

(olo'imeros) αρσενικό

ολοήμερη

(olo'imeri) θηλυκό

ολοήμερο

(olo'imero) ουδέτερο
επίθετο
που διαρκεί όλη την ημέρα ολοήμερη εκδρομή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close