ολοκληρώνω

Μεταφράσεις

ολοκληρώνω

complete, accomplish, concludeيَخْتَتِمُusouditafsluttefolgernconcluirviedä päätökseenconclurezaključiticoncludere結論を出す...의 결말을 짓다concluderenfullførezakończyćconcluirзаключатьsammanfattaสรุปsonucuna varmakkết luận结束 (olokli'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
τελειώνω ολοκληρώνω μια εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close