ολοστρόγγυλος

(προωθήθηκε από ολοστρόγγυλο)
Μεταφράσεις

ολοστρόγγυλος

(olo'stroŋɟilos) αρσενικό

ολοστρόγγυλη

(olo'stroŋɟili) θηλυκό

ολοστρόγγυλο

(olo'stroŋɟilo) ουδέτερο
επίθετο
τελείως στρογγυλός ολοστρόγγυλο πρόσωπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close