ολοφάνερος

(προωθήθηκε από ολοφάνερο)
Μεταφράσεις

ολοφάνερος

(olo'faneros) αρσενικό

ολοφάνερη

(olo'faneri) θηλυκό

ολοφάνερο

glaring (olo'fanero) ουδέτερο
επίθετο
που είναι τελείως φανερός ολοφάνερη διαφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close