ολόασπρος

(προωθήθηκε από ολόασπρη)
Μεταφράσεις

ολόασπρος

(o'loaspros) αρσενικό

ολόασπρη

(o'loaspri) αρσενικό-θηλυκό

ολόασπρο

(o'loaspro) ουδέτερο
επίθετο
κάτασπρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close