ολόκληρος

(προωθήθηκε από ολόκληρο)
Μεταφράσεις

ολόκληρος

(o'lokliros) αρσενικό

ολόκληρη

(o'lokliri) θηλυκό

ολόκληρο

whole, entire, completeцелыйبِكَامِلِهِ, كَامِلcelýhel, heleganzenterokoko, kokonainenentierčitavintero全体の전체의hele, volledighelcałkowity, całyinteirofullständig, helทั้งหมดbütüntoàn bộ全部的, 完整的 (o'lokliro) ουδέτερο
επίθετο
1. όλος ο Έφαγε ένα ολόκληρο γλυκό. Ολόκληρο το χωριό ξεσηκώθηκε.
2. δίνει έμφαση σε μέγεθος Δεν τον είδα για δυο ολόκληρα χρόνια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close