ομαδικός

(προωθήθηκε από ομαδική)
Μεταφράσεις

ομαδικός

(omaði'kos) αρσενικό

ομαδική

(omaði'ci) θηλυκό

ομαδικό

(omaði'ko) ουδέτερο
επίθετο
που αφορά ομάδα ομαδική απόφασηεργασία ομαδική έκθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close