ομαλός

Μεταφράσεις

ομαλός

(οma'los) αρσενικό

ομαλή

(oma'li) θηλυκό

ομαλό

regular, even, normalعَادِيّ, مُسْتَوٍnormální, rovnýjævn, normaleben, normalnormal, uniformenormaali, tasainennormal, pairnormalan, ravannormale, uniforme平らな, 普通の정상의, 평평한gelijkmatig, normaaljevn, normalnormalny, równynormal, regularобычный, ровныйjämn, normalเรียบเสมอกัน, ปรกติdüz, normalbằng phẳng, bình thường一致的, 正常的 (οma'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. επίπεδος ομαλό έδαφος
2. κανονικός, προβλέψιμος ομαλές εξελίξεις ομαλή προσγείωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close