ομιλητής

(προωθήθηκε από ομιλήτρια)
Μεταφράσεις

ομιλητής

(omili'tis) αρσενικό

ομιλήτρια

speakerمُكَبِرُ الصَّوْتřečníktalerSprecherorador, altavozpuhujaorateurgovornikaltoparlante話す人연사sprekertalermówcaoradorговорящийtalareผู้พูดkonuşmacıdiễn giả扬声器 (omi'litria) θηλυκό
ουσιαστικό
1. που μιλάει κπ γλώσσα οι ομιλητές της ελληνικής γλώσσας
2. που μιλάει πάνω σε κπ θέμα διακόπτω τον ομιλητή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close