ομιλία

Μεταφράσεις

ομιλία

speech, discourse, language, homily, parole, talk, addressparoladodiscurso, conferencia, alocución, habladiscours, conférence, homéliemowa, przemówienieречь, выступление, разговор, обращениеخِطَابprojev, řečtaleAnsprache, Sprechenpuhe, puhekykygovordiscorso演説, 言葉말, 연설speech, toespraakforedrag, talediscursoföredrag, talการพูด, คำปราศรัยhitap, konuşmabài diễn văn, khả năng nói发言речדיבור (omi'lia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. προφορικός λόγος Η ομιλία του είναι καλή.
2. λόγος με συγκεκριμένο θέμα Η ομιλία κράτησε μία ώρα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close