ομιλητικός

Μεταφράσεις

ομιλητικός

(οmiliti'kos) αρσενικό

ομιλητική

(omiliti'ci) θηλυκό

ομιλητικό

talkativeثَرْثَارupovídanýsnakkesaliggesprächigconversadorpuheliasbavardgovorljivloquace話好きな말이 많은praatgraagpratsomrozmownytagarelaразговорчивыйpratsamช่างพูดkonuşkanhay nói爱说话的 (οmiliti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που εκφράζεται άνετα και χωρίς δισταγμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close