ομοιογένεια

Μεταφράσεις

ομοιογένεια

homogeneityhomogénéitéjednorodnośćomogeneitàHomogenitäthomogenitethomogenitethomogeneidadehomogeniteitהומוגניותхомогенностоднородностьhomogeneidad동질성 (omio'jenia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έλλειψη ξένων στοιχείων στη σύσταση ομοιογένεια υλικών
2. ίση αναλογία στοιχείων σε έναν τομέα πολιτισμική γλωσσική ομοιογένεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close