ομολογώ

Μεταφράσεις

ομολογώ

confess, avowيَعْتَرِفُpřiznat (se)tilstågestehenconfesar, confiesotunnustaaconfesserpriznaticonfessare自白する고백하다bekennentilståprzyznawać sięconfessarпризнаватьerkännaสารภาพitiraf etmekthú nhận坦白, 我承认我承認אני מודה (omolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αποκαλύπτω την αλήθεια Ομολόγησε ότι τη σκότωσε.
2. παραδέχομαι ομολογώ το λάθος μου Ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close