ομορφαίνω

Μεταφράσεις

ομορφαίνω

(omor'feno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ ή κπ να είναι πιο όμορφος Η αγάπη σε ομορφαίνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close