ομοφυλόφιλος

(προωθήθηκε από ομοφυλόφιλη)
Μεταφράσεις

ομοφυλόφιλος

(omofi'lofilos) αρσενικό

ομοφυλόφιλη

(οmofi'lofili) θηλυκό

ομοφυλόφιλο

homosexuálníHomosexuellerhomosexual, gaysamseksemulohomosexualhomosexuelhomoseksualanhomoszexuálishomoseksomosessualehomofielhomoseksualistahomossexualhomosexualhomosexuálhomosexuellhomoseksüeltình dục đồng giới (οmofi'lofilo) ουδέτερο
επίθετο
που προτιμάει σεξουαλικά άτομα του ίδιου φύλου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close