ομόφωνα

Μεταφράσεις

ομόφωνα

unanimouslyunuanimeunanimement (o'mofona)
επίρρημα
χωρίς διαφωνία Η απόφαση βγήκε ομόφωνα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close