ομόφωνος

(προωθήθηκε από ομόφωνη)
Μεταφράσεις

ομόφωνος

(o'mofonos) αρσενικό

ομόφωνη

(ο'mofoni) θηλυκό

ομόφωνο

homophone, unanimoushomophone, unanimeإِجْمَاعِيّjednohlasnýenstemmigeinstimmigunánimeyksimielinenjednoglasanunanime満場一致の만장 일치인unaniemenstemmigjednomyślnyunânimeединогласныйenhälligเป็นเอกฉันท์oybirliğiylenhất trí一致同意的, 一致一致 (o'mofono) ουδέτερο
επίθετο
που εκφράζεται από τη γνώμη όλων ομόφωνη απόφαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close