οπλίζομαι

Μεταφράσεις

οπλίζομαι

(o'plizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
εφοδιάζομαι οπλίζομαι με δύναμη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close