οπλίζω

Μεταφράσεις

οπλίζω

(o'plizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω σε λειτουργία οπλίζω το τουφέκι οπλίζω φωτογραφική μηχανή
2. μεταφορικά δίνω δύναμη Μας όπλισε με πολύτιμες συμβουλές.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close