ορίζοντας

Μεταφράσεις

ορίζοντας

horizonHorizonthorizon, vistaأُفُقobzorhorisonthorizontehorisonttihorizontorizzonte地平線수평선horizonhorisonthoryzonthorizonteгоризонтhorisontขอบฟ้าufukchân trời地平线 (o'rizondas)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η γραμμή που φαίνεται να ενώνει τον ουρανό με τη θάλασσα To πλοίο φάνηκε στον ορίζοντα.
2. μεταφορικά προοπτική Ανοίγονται νέοι ορίζοντες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close