ορίζω

Μεταφράσεις

ορίζω

define, designate, determine, appoint, prescribe (o'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καθορίζω ορίζω τόπο συνάντησης ορίζω μια τιμή
2. υποδεικνύω ορίζω αντικαταστάτη
3. προσδιορίζω τη σημασία λέξης ορίζω μια λέξη
4. έκφραση υποδοχής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close