ορατός

(προωθήθηκε από ορατή)
Μεταφράσεις

ορατός

(ora'tos) αρσενικό

ορατή

(ora'ti) θηλυκό

ορατό

visiblevisibleمَرْئِيّviditelnýsynligsichtbarvisiblenäkyvävidljivvisibile目に見える눈에 보이는zichtbaarsynligwidocznyvisívelвидимыйsynligที่สามารถมองเห็นได้görünürhữu hình可见的, 可见可見 (ora'to) ουδέτερο
επίθετο
που φαίνεται από κπ σημείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close