οργανικός

(προωθήθηκε από οργανική)
Μεταφράσεις

οργανικός

(orɣani'kos) αρσενικό

οργανική

(οrɣani'ci) θηλυκό

οργανικό

organic, instrumentalinstrumental, organique, bioعُضْوِيّorganickýorganiskbiodynamischecológico, orgánico, orgánicosluomu-organskiorganico有機体の유기의biologischorganiskorganicznyorgânico, orgânicosорганическийekologiskซึ่งมาจากสิ่งมีชีวิตorganikhữu cơ有机的, 有机органичниאורגני有機 (οrɣani'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με τον οργανισμό οργανικό πρόβλημα
2. σχετικός με ζωντανό οργανισμό οργανικές ουσίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close