οργανωτικός

(προωθήθηκε από οργανωτικό)
Μεταφράσεις

οργανωτικός

(οrɣanoti'kos) αρσενικό

οργανωτική

(οrɣanoti'ci) θηλυκό

οργανωτικό

조직組織organisatorischeorganizačníorganización组织organisatoriske (οrɣanoti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει σχέση με την οργάνωση Το οργανωτικό μέρος θα το αναλάβω εγώ. οργανωτικές ικανότητες
2. που έχει κλίση στην οργάνωση οργανωτικός τύπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close