οργισμένος

(προωθήθηκε από οργισμένο)
Μεταφράσεις

οργισμένος

(orji'zmenos) αρσενικό

οργισμένη

(οrʝi'zmeni) θηλυκό

οργισμένο

angry, furious, irate, resentful, crossغَضْبَانnaštvanývredverärgertenfadadokiukkuinenfâchéljutitimbronciato不機嫌な화가 난boostverrrozgniewanybravo, zangadoпереживатьargโกรธฉุนเฉียวöfkelicáu生气的ядосанכועס (orʝi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
πολύ θυμωμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close