ορειβάτης

(προωθήθηκε από ορειβάτισσα)
Μεταφράσεις

ορειβάτης

(ori'vatis) αρσενικό

ορειβάτισσα

climber, mountaineerمُتَسَلِقُ الْـجِبَالِ, مُتَسَلِّقhorolezecbjergbestigerBergsteigeralpinista, escaladorvuorikiipeilijäalpiniste, grimpeurpenjač, planinaralpinistaクライマー, 登山者등산가, 등산자bergbeklimmer, klimmerfjellklatrer, klatrerwspinaczalpinistaальпинист, скалолазbergsbestigare, klättrareคนปีน, นักไต่เขาdağcıngười leo núi登山者, 登山运动员 (οri'vatisa) θηλυκό
ουσιαστικό
ο αθλητής ορειβασίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close