ορεκτικό

Μεταφράσεις

ορεκτικό

Vorspeisestarter, appetizer, antipastohors-d'œuvreaperitivo (orekti'ko)
ουσιαστικό ουδέτερο
πρώτο πιάτο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close