ορθάνοιχτος

(προωθήθηκε από ορθάνοιχτο)
Μεταφράσεις

ορθάνοιχτος

(or'θanixtos) αρσενικό

ορθάνοιχτη

(or'θanixti) θηλυκό

ορθάνοιχτο

weit offenwide open (or'θanixto) ουδέτερο
επίθετο
τελείως ανοιχτός ορθάνοιχτη πόρτα ορθάνοιχτα μάτια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close