ορθογραφία

Μεταφράσεις

ορθογραφία

spelling, orthography, dictationorthographe, dictéeправописortografíaortografiaправописание, орфографияتَهْجِئَةpravopisstavningRechtschreibungoikeinkirjoituspisanjeortografiaつづり철자법spellingstavingpisowniastavningการสะกดคำhecelemeđánh vấn拼写拼寫איות (orθoɣra'fia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η σωστή γραφή των λέξεων ελέγχω την ορθογραφία
2. το μάθημα ή η άσκηση που διδάσκει τη σωστή γραφή κάνω ορθογραφία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close