ορθογραφικός

(προωθήθηκε από ορθογραφική)
Μεταφράσεις

ορθογραφικός

(orθoɣrafi'kos) αρσενικό

ορθογραφική

(οrθoɣrafi'ci) θηλυκό

ορθογραφικό

orthographiqueสะกดאיות (orθoɣrafi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την ορθογραφία ορθογραφικό λάθος ορθογραφικός διορθωτής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close