ορθός

(προωθήθηκε από ορθό)
Μεταφράσεις

ορθός

(or'θos) αρσενικό

ορθή

(or'θi) θηλυκό

ορθό

richtig, korrektright, correctcorrect, droit, vraiصَحِيحsprávnýrigtigcorrectooikeaispravancorretto正しい정확한juistriktigprawidłowycerto, correto, corrigirправильныйrättถูกต้องdoğruđúng正确的 (or'θo) ουδέτερο
επίθετο
1. όρθιος στέκομαι όρθιος
2. γωνία 90 μοιρών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close